Υπήρξαν παίκτες που γεννήθηκαν για να κάνουν απλά τα δύσκολα. Για να βάζουν τη μπάλα στα δίχτυα όταν όλα γύρω μοιάζουν περίπλοκα, για να δίνουν λύσεις με την απλότητα μιας κίνησης, με την καθαρότητα ενός τελειώματος. Ο Σλάτζιαν Τσέποβιτς ήταν ακριβώς αυτός.
Το στιλ του θύμιζε εκείνη την κλασική, φιλοσοφία των καθαρών φορ περιοχής: έβρισκε χώρο, ένιωθε την κίνηση της άμυνας, έπαιρνε τη θέση του και τελείωνε τη φάση. Το γκολ ήταν γι’ αυτόν κάτι φυσικό σχεδόν αυτονόητο.
Κι όταν η μπάλα αναπαυόταν στο πλεκτό, ακολουθούσε η σκηνή που είχαμε δει τόσες φορές. Ο γνώριμος πανηγυρισμός, μια συνήθεια που έγινε σήμα κατατεθέν. Όχι υπερβολές. Ένας παίκτης που ζούσε για τη στιγμή του γκολ και την εξέφραζε με τον δικό του, λιτό αλλά χαρακτηριστικό τρόπο.
Ο Τσέποβιτς κουβαλούσε εκείνη τη στόφα επιθετικού που ήξερε να έβγαινε μπροστά στα δύσκολα. Ήταν ο εκτελεστής, ο παίκτης που τελείωνε αυτό που ξεκινούσαν οι άλλοι. Όπως ένας έμπειρος κυνηγός που ήξερε ακριβώς πότε θα τραβούσε τη σκανδάλη.
Για τον κόσμο, κάθε γκολ του έμοιαζε με επανάληψη μιας τελετουργίας. Η μπάλα στο πλεκτό, η έκρηξη στις εξέδρες, ο πανηγυρισμός. Κι όμως, μέσα σε αυτή την “τυπικότητα” κρυβόταν η μαγεία. Γιατί ακριβώς αυτή η συνέπεια, αυτή η φυσικότητα, ήταν που έκανε τον Τσέποβιτς τόσο πολύτιμο.
